Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
17 / 8 / 2023

Ένα πράγμα που αληθινά με έχει κάνει να απορώ όλα αυτά τα χρόνια είναι πώς στο διάολο μπορεί ένας συγγραφέας λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, να βγάλει λεφτά από τα βιβλία του. (Και εννοώ λεφτά που να έχουν κάποια σημασία: δεν εννοώ 500 ευρώ τον χρόνο και αν.)

Παλιότερα είχα κάνει εκδόσεις και ο ίδιος, οπότε έχω δει πολλά πράγματα και με τα μάτια μου, όχι μόνο από φήμες. Κατέληξα πως το καλύτερο είναι να δίνεις τα βιβλία δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή και να παίρνεις δωρεές (όταν τυχαίνει να τις πιάσεις σαν να ψαρεύεις) γιατί αυτός είναι ο μόνος λογικός δρόμος αν δεν θέλεις να εγκαταλείψεις τελείως τη δημοσίευση ή να χρεοκοπήσεις.

Εξακολουθώ να απορώ κάθε τόσο πώς είναι ποτέ δυνατόν, στη χώρα μας, συγγραφέας να βγάλει λεφτά από τα βιβλία του. Ειδικά αν γράφει φανταστική λογοτεχνία, που είναι ένα «δύσκολο» είδος για την Ελλάδα.

Το δυστυχές είναι πως, κατά πάσα πιθανότητα, δεν μπορεί να βγάλει λεφτά, ακόμα κι αν δεν γράφει φανταστική λογοτεχνία αλλά κάποιο άλλο λογοτεχνικό είδος. Εκείνο που έχω καταλάβει εγώ είναι ότι, για να έχει ο συγγραφέας κάποια πιθανότητα να βγάλει λεφτά, πρέπει να γράφει, όχι ό,τι θέλει εκείνος, αλλά ό,τι θέλει κάποιος άλλος. Ο άλλος μπορεί να είναι είτε κάποιος εκδότης με επιρροή είτε κάποιος πολιτικάντης είτε κάποιος – οποιοσδήποτε που πάλι να έχει επιρροή. Ή ίσως να είναι κάποια ομάδα που να έχει επιρροή. Το ίδιο κάνει.

Το θέμα είναι ότι πρέπει να γράφεις κάτι που κάποιος άλλος να πιστεύει ότι κάπως εξυπηρετεί μια ατζέντα, είτε πολιτική είτε κοινωνική είτε κάτι τέτοιο. Οπότε και προωθεί τα βιβλία σε ένα συγκεκριμένο κοινό που περιμένει καθοδήγηση για το τι να διαβάσει. Και όταν λέω «καθοδήγηση», μη φανταστεί κανείς στρατιωτικές διαταγές. Συνήθως αυτό γίνεται μέσω προτάσεων από φίλους ή γνωστούς ή παρόμοιους ιδεολογικά, και τα λοιπά. Έτσι ο συγγραφέας μπορεί να έχει κάποια πιθανότητα να πουλήσει το βιβλίο του ή να πάρει δωρεές.

Και αυτό είναι κάτι που φαίνεται να υφίσταται γενικευμένα στην Ελλάδα. Τα βιβλία διαβάζονται κατόπιν συστάσεων. Φαίνεται να ισχύει ακόμα και για κοινωνικά δίκτυα τύπου Goodreads σχετικά με το ποιος παίρνει βαθμολογήσεις ή likes και ποιος όχι.

Δεν φαίνεται να υπάρχει εκείνο το τελείως ανεξάρτητο αναγνωστικό κοινό που απλά ψάχνει από μόνο του και διαβάζει ό,τι του αρέσει.

Πράγμα το οποίο με εκπλήσσει, γιατί εγώ είμαι ένας αναγνώστης ακριβώς αυτού του τύπου. Δεν περιμένω κανείς να μου υποδείξει τι να διαβάσω· απλά διαβάζω ό,τι νομίζω ότι θέλω να διαβάσω.

Αν δεν υπάρχει τέτοιο, ανεξάρτητο αναγνωστικό κοινό, δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση συγγραφέας, και δη λογοτεχνίας, να βγάλει λεφτά. Εκτός αν έχει πάτρωνα, που λένε – δηλαδή, κάποιον (ή κάποιους) που να τον προωθεί επειδή, κάπως, εξυπηρετεί την προσωπική του ατζέντα. Και πάλι, θα τον προωθεί σε ένα στοχευμένο κοινό, οπότε μιλάς για περιορισμένη εμβέλεια και το πόσα λεφτά βγαίνουν έτσι σχετικό είναι.

Αλλά, όπως και νάχει – και 2000 ευρώ το μήνα να βγάζεις έτσι – είναι απαίσιο.

Τι δεν πάει καλά, τελικά, σ’αυτή τη χώρα; Μετά αναρωτιόμαστε γιατί δεν υπάρχει ανάπτυξη και γιατί οι δημιουργοί δεν κάνουν τίποτα. Μα, αφού κανείς δεν τους υποστηρίζει οικονομικά, πώς να κάνουν; Κι εγώ αν δεν μπορούσα να ζω αλλιώς, δεν θα έγραφα. Απλά είμαι τυχερός ώστε να μπορώ να γράφω.

Αυτό όμως δεν είναι λογικό. Θα έπρεπε να βγάζω λεφτά από τα βιβλία μου, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Θα έπρεπε να υπάρχει συγκεκριμένος τρόπο να βγάζω λεφτά από τα βιβλία μου – χωρίς να υπηρετώ την ατζέντα κάποιου, και χωρίς να το παίζω ψαράς με το καλαμίδι.

 

 

Επίσης . . .

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter


Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.

Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:

But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy­ tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.

Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Απριλίου (8/4)


~Γκράφιτι από τη νιότη μας & Πώς να σταματάς το κινητό σου απ’το να σε παρακολουθεί & KillerTools & Οι αγορές που ποντάρουν στις καταστροφές & Τα «παράνομα» τραπεζικά δίκτυα & Ένας μαγευτικός κήπος στην Τοσκάνη φτιαγμένος στην Αναγέννηση & Tadami Yamada (παράξενα εξώφυλλα) & Rubáiyát του RS Sherriffs (παραμυθένιες εικονογραφήσεις) & Histoires Prodigieuses (1559 – Pierre Boaistuau) & Olaf Hajek (μαγικορεαλιστικοί πίνακες) & Ψυχεδελικές οντότητες χωρίς επιστημονική εξήγηση & Θαλάσσια τέρατα & A Pictorial History of Horror Stories – 200 Years of Spine Chilling Illustrations from the Pulp Magazines (1985) & Το θαλάσσιο ερπετό του Gloucester & Ken Barr (τέχνη) & Οι εικονογραφήσεις Ðông Hồ & Το πρώτο περιοδικό φαντασίας και τρόμου & άλλα πολλά στο LinX~

 

Φανταστική Λεξιπλασία


Κάτι περισσότερο από ένας σχολιασμός για το Imaginary Worlds του Lin Carter

Αυτές τις μέρες διάβαζα το Imaginary Worlds του Lin Carter, το οποίο είναι ένας σχολιασμός για τη φανταστική λογοτεχνία. Ο Lin Carter ήταν ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας φαντασίας – καλτ συγγραφέα, θα τον έλεγα – και δεν θα πω τίποτ’ άλλο γι’αυτόν (μη θέλοντας να μιμηθώ τον ίδιο στις παρουσιάσεις του μέσα στο Imaginary Worlds)· για περισσότερα, μπορείτε να τον τσεκάρετε στη Wikipedia. Το 2022 είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο του από τη σειρά με τον Thongor, και ήταν τόσο χάλια που δεν διάβασα τίποτα παραπέρα σε αυτή τη σειρά. Το 2023, όμως, διάβασα μια άλλη σειρά που έχει γράψει, το Gondwane Epic, η οποία ήταν πολύ καλή, και έχει γίνει από τις αγαπημένες μου, και θέλω κάποτε να την ξαναδιαβάσω. (Ναι, ήταν τόσο καλή.)

Τώρα διάβαζα το Imaginary Worlds επειδή πήρα φόρα μετά από το Wizardry and Wild Romance: A Study of Epic Fantasy, του Moorcock, το οποίο διάβασα πρόσφατα (και σχολίασα). Δε θα πω κάτι περισσότερο για το Imaginary Worlds εδώ· απλώς θέλω να σχολιάσω μερικά πράγματα που γράφει ο Lin Carter σε αυτό το βιβλίο σχετικά με τη δημιουργία φανταστικών ονομάτων. Γιατί πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον.

Ορισμένα από αυτά που λέει τα βρίσκω σωστά· ορισμένα τα βρίσκω τελείως βλακείες. Εκείνο που δεν μου αρέσει είναι ότι μοιάζει να είναι λιγάκι απόλυτος στο τι είναι καλό και τι κακό, ενώ, στην πραγματικότητα, η τελική κρίση σε αυτά τα θέματα είναι το προσωπικό γούστο, και δεν είναι λογικό να λες ότι κάποιοι έχουν «μουσικό αφτί» ενώ κάποιοι άλλοι είναι «κουφοί».

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Αναφέρομαι στο Κεφάλαιο 10, A Local Habitation and a Name.

[Συνέχισε να διαβάζεις]